εύβλαπτος

εὔβλαπτος, -ον (Α)
αυτός που βλάπτεται ή μπορεί να υποστεί βλάβη εύκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -βλαπτος (< βλάπτω), πρβλ. ά-βλαπτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔβλαπτος — easily hurt masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔβλαπτον — εὔβλαπτος easily hurt masc/fem acc sg εὔβλαπτος easily hurt neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.